nmathioud for ProslipsisGR - Widget





ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER ΤΗΣ PROSLIPSIS.GR
Μάθετε πρώτοι τα νέα ...

  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
 

 
Βάλτε Αγγελία      Δείτε Αγγελίες      Newsletters       
  Επικοινωνία     
 
 
 
 
 
 
 
 











 
  Επικαιρότητα Επιστροφή    
Οι ωρομίσθιοι καθηγητές των ΤΕΙ και ΣΑΕΙ δεν μονιμοποιούνται, λέει το ΑΣΕΠ (21/7)


Αθήνα 21.7.2005
Η μονιμοποίηση του έκτακτου εκπαιδευτικού προσωπικού των ΤΕΙ δεν είναι δυνατή γιατί έρχεται σε αντίθεση με την κατοχυρωμένη νομοθετικά αυτοτέλεια των Ιδρυμάτων και δεν προβλέπεται από τη σχετική κοινοτική και ελληνική νομοθεσία. Για παρόμοιους λόγους δεν είναι εφικτή και η μονιμοποίηση του αντίστοιχου προσωπικού των ΑΣΕΙ (Ανώτατων Στρατιωτικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων).

Τα παραπάνω αποφάσισε κατά πλειοψηφία σε πρόσφατη συνεδρίασή της η ολομέλεια του ΑΣΕΠ, κατά την οποία εξετάστηκαν τα αιτήματα των ωρομισθίων εκπαιδευτικών ΤΕΙ και ΣΑΕΙ για ένταξη στο άρθρο 11 του προεδρικού διατάγματος 164/2004, που ως γνωστόν προσαρμόζει την ελληνική νομοθεσία στην κοινοτική οδηγία για την εργασία ορισμένου χρόνου και –συνοπτικά- προβλέπει την μονιμοποίηση των συμβασιούχων του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Στην απόφαση του ΑΣΕΠ, που λόγω της εξαιρετικής σημασίας της παρουσίαζει αυτούσια η Proslipsis, παρατίθενται μια σειρά από επιχειρήματα που στοιχειοθετούν την τελική του απόφαση για μη ένταξη του εν λόγω προσωπικού στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004.

Η απόφαση πάρθηκε κατά πλειοψηφία, με πέντε από τα είκοσι τρία μέλη της ολομέλειας να εκφράζουν την αποψη ότι οι ωρομίσθιοι πρέπει να ενταχθούν στη σχετική διάταξη του π.δ., αφού ο κανονιστικός νομοθέτης δεν τους εξαιρεί ρητώς.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης του ΑΣΕΠ είναι το εξής:


ΑΝΩΤΑΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Αριθμός 13

Η ολομέλεια του ΑΣΕΠ συνήλθε σε συνεδρίαση στο κατάστημά του την 16η Ιουνίου 2005.

Αντικείμενο της συνεδριάσεως ήταν η απάντηση στο ερώτημα αν οι ωρομίσθιοι καθηγητές των Τ.Ε.Ι. και ΑΣΕΙ υπάγονται στην ρύθμιση του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004.

Η Ολομέλεια αφού άκουσε τις εισηγήσεις των … … …, καθώς και τις απόψεις των υπολοίπων μελών, αποφάσισε κατά πλειοψηφία ως ακολούθως:

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, που επεξεργάσθηκε το σχέδιο Πρ. Δ/τος 164/2004, στο σχετικό πρακτικό της με αριθ. 162/2004 δέχεται ομόφωνα, ότι με το Δ/μα αυτό επιχειρείται η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ καθόσον αφορά τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα. Το παρόν σχέδιο Διατάγματος, το οποίο αφορά μόνον το δημόσιο τομέα, επιτρεπτώς φέρεται προς επεξεργασία τόσο από απόψεως συμμορφώσεως προς την Οδηγία 1999/70ΕΚ όσον και από απόψεως των εξουσιοδοτικών διατάξεων των οποίων γίνεται επίκληση στο προοίμιο (βλ. κατωτέρω παρατήρηση 4). Και τούτο διότι ενόψει των επικρατουσών στον δημόσιο τομέα ιδιαιτέρων συνθηκών, οι οποίες κατά την κυρωθείσα με την ανωτέρω Οδηγία συμφωνία πλαίσιο, νόμιμα λαμβάνονται υπόψη (βλ. υπ’ αριθ. 10 γενική παρατήρηση της συμφωνίας) δικαιολογείται να γίνει με δύο διαφορετικά διατάγματα, ένα για τον ιδιωτικό και ένα για τον δημόσιο τομέα …Το σχέδιο ευρίσκει κατ’ αρχήν νόμιμο έρεισμα στις μνημονευόμενες στην παρ. 2 του προοιμίου διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του ν. 1338/1983 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 34), όπως η μεν πρώτη αντικαταστάθηκε από το άρθρο 65 του ν. 1892/1990 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 101), η δε δεύτερη αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 4 του ν. 1440/1984 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 70) και τροποποιήθηκε, ως προς το χρονικό όριο χρήσεως της παρεχόμενης με αυτήν εξουσιοδοτήσεως, τελικώς με το άρθρο 22 του ν. 2789/2000 (Φ.Ε.Κ. Α΄). Με τις διατάξεις αυτές παρέχεται γενική εξουσιοδότηση (πλαίσιο), κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 43 παρ. 4 του Συντάγματος για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στο πρωτογενές και παράγωγο κοινοτικό δίκαιο. Δεδομένου, όμως, ότι στην παρ. 6 του άρθρου 5 του σχεδίου θεσπίζεται ποινική κύρωση σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων του εν λόγω άρθρου, πρέπει στο προοίμιο να προστεθεί και η διάταξη του άρθρου 5 του ν. 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 5 του προαναφερθέντος ν. 1440/1984.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις στο ως άνω πρακτικό της Ολομέλειας του ΣτΕ, εκείνες των άρθρων 3 και 4 του ν. 1338/1983, όπως ισχύουν, προβλέπουν τα εξής : ¶ρθρο 3 «1. Με τα π. δ/τα που εκδίδονται βάσει του άρθρου 4 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 4 του ν. 1440/1984 και τροποποιήθηκε από το άρθρο 7 του ν. 1775/1986) καθώς και με τις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται βάσει των άρθρων 1 και 2 του παρόντος νόμου, δύναται ομοίως να ρυθμίζεται κάθε θέμα που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή των συνθηκών, πράξεων προσχωρήσεως με τις προσαρτημένες πράξεις, παραρτήματα, πρωτόκολλα και δηλώσεις που κυρώθηκαν με το νόμο 945/1979. Με τις κανονιστικές πράξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του παρόντος νόμου επέρχονται και οι αναγκαίες προσαρμογές της κείμενης νομοθεσίας, όταν απαιτείται τροποποίηση ή κατάργηση διατάξεων που είναι αντίθετες προς τη ρύθμιση που προβλέπεται από τις αναφερόμενες στην παρ. 1 συνθήκες και τις πράξεις των οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων». ¶ρθρο 4 «Με π. δ/τα, που εκδίδονται μετά από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, ρυθμίζονται τα θέματα και λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα για την εφαρμογή των κοινοτικών πράξεων, που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου. Στο πλαίσιο της εξουσιοδότησης ανήκει και η θέσπιση των αναγκαίων μέτρων όπως είναι ειδικότερα η σύσταση νέων οργάνων, η ίδρυση θέσεων και ο καθορισμός αρμοδιοτήτων, διοικητικών διαδικασιών και κυρώσεων». Τέλος το άρθρο 5 του ίδιου νόμου ορίζει «Με τα πρ. δ/τα που εκδίδονται βάσει του άρθρου 4 του παρόντος νόμου μπορεί να θεσπίζεται το αξιόποινο των σχετικών παραβάσεων σε βαθμό πλημμελήματος στα πλαίσια του Ποινικού Κώδικα, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για την αποτελεσματική εφαρμογή των κοινοτικών πράξεων και η συγκεκριμένη παράβαση δεν συνιστά ποινικό αδίκημα κατά την κείμενη ελληνική νομοθεσία».

Περαιτέρω στο ίδιο ως άνω πρακτικό της η Ολομέλεια του ΣτΕ δέχεται κατά πλειοψηφία ότι από τις συζητήσεις την Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή κατά την μετά την έναρξη της ισχύος της Οδηγίας αναθεώρηση του Συντάγματος δεν προκύπτει ότι βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν, σε περίπτωση προσαρμογής της ελληνικής έννομης τάξεως προς την Οδηγία μετά την λήξη της προβλεπόμενης από αυτήν προθεσμίας, να απαγορεύσει στον κοινό νομοθέτη ή την κατ’ εξουσιοδότηση τούτου κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση να μετατρέψει συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου των απασχολουμένων στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, εφόσον οι συμβάσεις αυτές, έστω και αν συνήφθησαν το πρώτον μετά την λήξη της εν λόγω προθεσμίας, ανανεώθηκαν εν πάση περιπτώσει στη συνέχεια αλλεπαλήλως με σκοπό να καλυφθούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Περαιτέρω επισημαίνει ότι και η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 118 του Συντάγματος, η οποία προβλέπει ότι νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού που υπάγεται στην παρ. 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών εκδηλώνει την σαφή βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη να σεβαστεί τις δημιουργηθείσες προσδοκίες και ότι ενόψει τούτων επιτρεπτώς, από απόψεως συμφωνίας με τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, προβλέπεται με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του σχεδίου, προς αντιμετώπιση της καταστάσεως που δημιουργήθηκε από το γεγονός ότι η προσαρμογή της ελληνικής έννομης τάξης προς την Οδηγία συντελείται μετά τη λήξη του προβλεπόμενου χρόνου προσαρμογής, η μετατροπή για το μέλλον των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον, μετά την τήρηση της διαγραφόμενης στο άρθρο 11 του σχεδίου διαδικασίας και υπό τον τελικό έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π. διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων και η απασχόληση του εργαζομένου για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών.

Με βάση τα προεκτεθέντα, το κύριο ζήτημα είναι αν το Πρ. Δ/μα 164/2004 που μετέτρεψε την Οδηγία 1999/70/ΕΚ σε εσωτερικό δίκαιο στηριζόμενο και όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις του (άρθρ. 11) στις ως άνω εξουσιοδοτήσεις των άρθρων 3 και 4 του ν. 1338/1983 όπως ισχύουν περιλαμβάνει κατά το πνεύμα και το σκοπό του και το ωρομίσθιο προσωπικό των Τ.Ε.Ι. και Α.Σ.Ε.Ι., ως δυνάμενο ή όχι να έχει εύλογες προσδοκίες από την Οδηγία, για την μετατροπή της σχέσης του αυτής σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου. Επί του ζητήματος αυτού πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής:

Στο άρθρ. 16 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι : «Η ανωτάτη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. …. 6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που ο νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων …».

Περαιτέρω με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 1404/1983, όπως αυτή αντικαταστάθηκε κατά τα δύο τελευταία εδάφιά της με την παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 2916/2001 «Διάρθρωση της Ανωτάτης Εκπαίδευσης και ρύθμιση θεμάτων του Τεχνολογικού Τομέα αυτών» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 114), ορίζεται ότι:

«Η ανώτατη εκπαίδευση αποτελείται από δύο παραλλήλους τομείς: αα) τον Πανεπιστημιακό Τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα Πανεπιστήμια, τα Πολυτεχνεία και την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και ββ) τον Τεχνολογικό Τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα». O δε ν. 1404/1983 (φ. 173 Α), περί της δομής και της λειτουργίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων στο άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. α΄ και β΄ αυτού, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2916/2001, ορίζει ότι «Τα Τ.Ε.Ι. είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου πλήρως αυτοδιοικούμενα, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος. Η οργάνωση και η λειτουργία τους διέπονται από τις διατάξεις του νόμου, ενώ ειδικότερα θέματα ρυθμίζονται με τον εσωτερικό κανονισμό κάθε Τ.Ε.Ι.». Στο άρθρο 3 παρ. 1 στο μεν στοιχείο α΄, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 2916/2001, ορίζει ότι «τα μέλη του Τ.Ε.Ι. διακρίνονται σε τακτικά και έκτακτα: α) τακτικά είναι τα μέλη του Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Π.), τα μέλη του Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.), το Διοικητικό Προσωπικό (Δ.Π.), το Ειδικό Τεχνικό Προσωπικό (Ε.Τ.Π.) και οι σπουδαστές», στο δε στοιχείο β΄ ορίζει ότι «Έκτακτα μέλη είναι οι επισκέπτες καθηγητές και εκείνα του προηγουμένου εδαφίου, εκτός των σπουδαστών, που απασχολούνται στο Τ.Ε.Ι. με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου». Περαιτέρω στο άρθρο 15 με υπότιτλο «Εκπαιδευτικό Προσωπικό Τ.Ε.Ι.», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2916/2001 και στις παραγράφους 1 και 2 αυτού ορίζει ότι «1.

Το κύριο διδακτικό και ερευνητικό έργο ασκείται από το Εκπαιδευτικό Προσωπικό (Ε.Π.), το οποίο ανήκει σε μία από τις βαθμίδες Καθηγητή Τ.Ε.Ι., Αναπληρωτή Καθηγητή Τ.Ε.Ι., Επίκουρου Καθηγητή Τ.Ε.Ι. και Καθηγητή Εφαρμογών Τ.Ε.Ι. 2. Τα μέλη του Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. είναι δημόσιοι λειτουργοί και απολαμβάνουν τις εγγυήσεις του άρθρου 16 παρ. 6 του Συντάγματος». Στο άρθρο 18 με υπότιτλο «Ειδικό Διδακτικό Προσωπικό», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2916/2001 στις παρ. 1 και 2 ορίζει ότι: «1. Τα μέλη του Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.) των Τ.Ε.Ι. διορίζονται με θητεία τριών ετών και προσφέρουν ειδικό εκπαιδευτικό έργο, που συνίσταται στη διδασκαλία ξένων γλωσσών και φυσικής αγωγής στους σπουδαστές των Τ.Ε.Ι. 2. Σε κάθε Τ.Ε.Ι. συνιστάται Κέντρο Ξένων Γλωσσών και Φυσικής Αγωγής (Κ.Ξ.Γ.Φ.Α.), το οποίο αποτελεί εκπαιδευτική μονάδα επιπέδου Τμήματος Τ.Ε.Ι. Στο Κ.Ξ.Γ.Φ.Α. ανήκουν οι οργανικές θέσεις των μελών Ε.ΔΙ.Π. … τα μέλη Ε.ΔΙ.Π. καλύπτουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες των Τμημάτων και του Τ.Ε.Ι. ανάλογα με τις ειδικότητές τους». Στο άρθρο 19 με υπότιτλο «Συνεργάτες, Εκπαιδευτικοί Ειδικών Μαθημάτων, Επισκέπτες Καθηγητές», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2916/2001, ορίζει ότι: «1. α) Για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των Τ.Ε.Ι. μπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Η σύμβαση μπορεί να διαρκεί μέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και μπορεί να ανανεώνεται μέχρι δύο ακόμη ακαδημαϊκά έτη, β) Το εκπαιδευτικό αυτό προσωπικό προσλαμβάνεται σε θέσεις Επιστημονικού Συνεργάτη και Εργαστηριακού Συνεργάτη, καθώς και στην κατηγορία Εκπαιδευτικού Ειδικών Μαθημάτων (Ε.Ε.Μ.), για τις οποίες ως ελάχιστα προσόντα ορίζονται τα ίδια με αυτά των βαθμίδων Επίκουρου Καθηγητή και Καθηγητή Εφαρμογών, καθώς και των μελών Ε.ΔΙ.Π. αντίστοιχα. Στο εκπαιδευτικό αυτό προσωπικό ανατίθεται η εκτέλεση όμοιου διδακτικού, ερευνητικού ή άλλου επιστημονικού και οργανωτικού έργου που έχει προβλεφθεί για το μόνιμο Ε.Π. της αντίστοιχης με τα προσόντα του βαθμίδας ή τα μέλη Ε.ΔΙ.Π., γ) Η απασχόληση του εκπαιδευτικού αυτού προσωπικού μπορεί να είναι πλήρης ή μερική. Η μηνιαία αποζημίωσή του είναι ίση με τις κάθε είδους αποδοχές του μονίμου προσωπικού της αντίστοιχης βαθμίδας Ε.Π. ή των μελών Ε.ΔΙ.Π. κατά περίπτωση, εφόσον η απασχόληση είναι πλήρης ή το ανάλογο ποσοστό των αποδοχών αυτών, εφόσον η απασχόληση είναι μερική, δ) … 2. Σε περίπτωση προκηρύξεων που οι υποψήφιοι δεν διαθέτουν τα προσόντα της προηγουμένης παραγράφου, επιτρέπεται η ανάθεση με ωριαία αντιμισθία διδακτικού έργου σε υποψήφιους που κατέχουν τουλάχιστον τον αντίστοιχο τίτλο σπουδών και διδακτορικό δίπλωμα προκειμένου περί Επιστημονικών Συνεργατών … 3. Δεν επιτρέπεται η πρόσληψη Επιστημονικών ή Εργαστηριακών Συνεργατών και Ε.Ε.Μ. που έχουν υπερβεί το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους. 4. … 5. … 6. … 7. Με απόφαση του Συμβουλίου του Τ.Ε.Ι. … μπορεί να καλούνται συγκεκριμένα πρόσωπα που είναι κάτοχοι τίτλου Πανεπιστημίου ή Τ.Ε.Ι. και κατέχουν διευθυντική θέση σε σημαντική παραγωγική μονάδα ή σε οργανισμό του ευρύτερου δημόσιου τομέα και να προσλαμβάνονται ως Ειδικοί Συνεργάτες Τ.Ε.Ι. με σύμβαση εργασίας ετήσιας διάρκειας, που μπορεί να ανανεώνεται και με ωριαία απασχόληση … 8. Με απόφαση του Συμβουλίου του Τ.Ε.Ι. … μπορούν να προσκαλούνται για ένα ακαδημαϊκό έτος, ως επισκέπτες Καθηγητές Τ.Ε.Ι., έλληνες ή ξένοι επιστήμονες … Η πρόσκληση μπορεί να ανανεωθεί … για άλλα δύο ακαδημαϊκά έτη. Για την μηνιαία αποζημίωσή τους εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του στοιχείου γ΄ της παραγράφου 1 … 9. … 10. … 11. α) … β) Η ενδεχομένη απασχόληση του προσωπικού του παρόντος άρθρου για ένα ή περισσότερα εξάμηνα, στο ίδιο ή άλλο Τ.Ε.Ι. σε καμία περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωμα μετατροπής της σύμβασης σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώματα, μη προβλεπόμενα από το νόμο αυτόν, έναντι του Τ.Ε.Ι. ή του Δημοσίου». Στο άρθρο 21 με υπότιτλο «Ειδικό Τεχνικό Προσωπικό» ορίζει ότι «τα μέλη του Ειδικού Τεχνικού Προσωπικού (Ε.Τ.Π.) είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι και παρέχουν έργο υποδομής στην λειτουργία των Τ.Ε.Ι. προσφέροντας εξειδικευμένες τεχνικές υπηρεσίες για την αρτιότερη εκτέλεση του έργου τους» (παρ. 1) και ότι «με προεδρικά διατάγματα …καθορίζονται τα σχετικά με τις διαδικασίες και τις προϋποθέσεις πλήρωσης των θέσεων, μονιμοποίησης και κρίσης των μελών του Ε.Τ.Π., το ωράριο εργασίας, καθώς και οποιοδήποτε άλλο σχετικό θέμα. Με τα προεδρικά διατάγματα του άρθρου 21 του ν. 1404/1983 καθορίζεται κάθε θέμα που αφορά την υπηρεσιακή κατάσταση του Ε.Τ.Π.» (παρ. 8, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 71 παρ. 8 του ν. 1566/1985). Και στο άρθρο 22 με υπότιτλο «Διοικητικό Προσωπικό των Τ.Ε.Ι.» ορίζει ότι «Το Διοικητικό Προσωπικό (Δ.Π.) των Τ.Ε.Ι. αποτελείται από τους διοικητικούς, τεχνικούς και βοηθητικούς υπαλλήλους που υπηρετούν στις διοικητικές, οικονομικές και τεχνικές υπηρεσίες των και συγκροτείται κατά κλάδους και ειδικότητες σύμφωνα με το άρθρο 23 του νόμου αυτού» (παρ. 1) και περαιτέρω ότι «τα μέλη του Δ.Π. είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι και για όλα τα θέματα υπηρεσιακής τους κατάστασης, όπως επίσης και για θέματα ασφαλιστικά και υγειονομικής περίθαλψης, εφαρμόζονται οι κείμενες για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους διατάξεις» (παρ. 2)».

Εξάλλου ως διδακτικό ή εκπαιδευτικό προσωπικό των Τ.Ε.Ι. νοείται, κατά τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, το προσωπικό, το οποίο επιτελεί το διδακτικό και ερευνητικό έργο των Τ.Ε.Ι., δηλαδή, υπό την παρούσα δομή και διάρθρωση των Τ.Ε.Ι., το Εκπαιδευτικό Προσωπικό (Ε.Π.), το οποίο ανήκει σε μία από τις βαθμίδες Καθηγητή Τ.Ε.Ι., Αναπληρωτή Καθηγητή Τ.Ε.Ι., Επίκουρου Καθηγητή Τ.Ε.Ι. και Καθηγητή Εφαρμογών Τ.Ε.Ι., το Ειδικό Διδακτικό Προσωπικό (Ε.ΔΙ.Π.) των Τ.Ε.Ι. και οι επί συμβάσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με μηνιαία αποζημίωση ή ωριαία αντιμισθία κατά τις διακρίσεις του νόμου (άρθρο 19 ν. 1404/1983, άρθρο 4 ν. 2916/2001) προσλαμβανόμενοι Επιστημονικοί Συνεργάτες, οι Εργαστηριακοί Συνεργάτες, το Εκπαιδευτικό (Προσωπικό) Ειδικών Μαθημάτων, οι Ειδικοί Συνεργάτες και οι μετακαλούμενοι Επισκέπτες Καθηγητές των Τ.Ε.Ι., οι οποίοι αποτελούν το έκτακτο εκπαιδευτικό προσωπικό των Τ.Ε.Ι.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι μετά την ισχύν του ν. 2916/2001 η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αυτοτέλειας των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων επεκτείνεται και εις τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΤΕΙ), η αυτοτέλεια δε αυτή περιλαμβάνει προεχόντως, κατά την πάγια νομολογία του Σ.τ.Ε. «την εξουσία εκλογής δια των ιδίων αυτών οργάνων του διδακτικού (κύριου και βοηθητικού) προσωπικού αυτών, της εποπτείας του κράτους επί των ως άνω ιδρυμάτων περιοριζομένης, κατά την έννοια της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, εις έλεγχον νομιμότητας και μόνον των σχετικών με τα ανωτέρω θέματα πράξεων των οργάνων των, αποκλειομένου του ουσιαστικού ελέγχου των πράξεων τούτων ως ασυμβιβάστου προς την καθιερουμένη υπό της ως άνω συνταγματικής διατάξεως «πλήρη» αυτοδιοίκηση των ιδρυμάτων τούτων, η οποία άλλως θα ήταν κενή περιεχομένου» (Ολομ. Σ.τ.Ε. 2216/77, βλ. και Σ.τ.Ε. 252/77 κ.λ.π.). Εκ τούτου συνάγεται, ότι, το κατά το άρθρο 19 ν. 1404/1983 εκπαιδευτικό προσωπικό των Τ.Ε.Ι., εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του Π. Δ/τος 164/2004 (βλ. και Γνωμ. 2823/7.12.2004 του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Παιδείας, που έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό), το οποίο, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο, το πνεύμα και τον σκοπό του, ουδόλως ήθελε να κλονίσει την αυτοτέλεια των πλήρως αυτοδιοικούμενων ιδρυμάτων αυτών (Τ.Ε.Ι.), υπάγοντας στις ρυθμίσεις του και το προσωπικό αυτό, πράγμα που, αν ήταν στις προθέσεις του κανονιστικού νομοθέτη, θα εκδηλωνόταν με σαφή διάταξη, ενόψει της προαναφερόμενης αυτοτέλειάς τους. Τούτο ενισχύεται και από το προοίμιο του Δ/τος, όπου οι μνημονευόμενες σε αυτό εθνικές διατάξεις αναφέρονται προεχόντως στο διοικητικό και το εργατοτεχνικό προσωπικό του δημόσιου τομέα, χωρίς καμία αναφορά στην «πανεπιστημιακή νομοθεσία», ενώ η αντιπροσωπεύουσα τον δημόσιο τομέα οργάνωση στην σύναψη της συμφωνίας πλαίσιο, που ενσωμάτωσε η Οδηγία και έχουσα σχέση με αυτόν ήταν η διεπαγγελματική οργάνωση των δημοσίων επιχειρήσεων με την επωνυμία «Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημοσίων Επιχειρήσεων». Πέρα τούτων πρέπει να σημειωθεί, ότι σκοπός του Δ/τος 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, ήταν η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, όσον αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προς τις διατάξεις της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία – πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP (EEL 175/10.7.1999), με την οποία επιδιώκεται αφενός μεν η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και αφετέρου η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Όμως ούτε το μόνιμο διδακτικό προσωπικό των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, όπως είναι και τα Τ.Ε.Ι., συνδέεται με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου με τα ιδρύματα αυτά, που είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ούτε προβλέπεται η πρόσληψη διδακτικού προσωπικού με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ώστε οι προσλαμβανόμενοι ως ωρομίσθιο διδακτικό προσωπικό να τυγχάνουν άνισης μεταχείρισης έναντι τέτοιου προσωπικού από την επανειλημμένη επαναπρόσληψή τους, που γίνεται για την κάλυψη διδακτικών αναγκών των ιδρυμάτων αυτών όταν τέτοιες ανάγκες ανακύπτουν, ούτε είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι η απασχόλησή τους ως ωρομισθίων, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που προβλέπει ο ίδιος ο νομοθέτης, σύμφωνα με τα παραπάνω, απαγορεύοντας αυτός την μετατροπή των σχέσεών τους σε αορίστου χρόνου, λόγω ακριβώς της αυτοτέλειας των ιδρυμάτων και των ιδιαίτερων απαιτήσεων να αποτελείται το μόνιμο προσωπικό από κορυφαίους επιστήμονες που επιλέγουν τα ίδια τα ιδρύματα, έγινε για να καταστρατηγηθούν τα δικαιώματά τους από τον εργοδότη έναντι άλλου προσωπικού απασχολουμένου σε αυτόν με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Εξ άλλου η ίδια η Οδηγία, στη ρήτρα 5 της σύμβασης πλαίσιο, που ενσωματώνει με τον τίτλο «ρήτρα για την αποφυγή κατάχρησης», ρητά προβλέπει ως όρο της εφαρμογής της την κατάχρηση και ορίζει σχετικά ότι τα μέτρα που προβλέπονται σε αυτήν σκοπόν έχουν την αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι τα κράτη μέλη για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν τα μέτρα αυτά κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων. Επομένως η Οδηγία ουδόλως επέβαλε στα κράτη μέλη τη λήψη μέτρων (και πολύ περισσότερο την μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου) αναφορικά με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, έστω και επανειλημμένων, του διδακτικού ωρομίσθιου προσωπικού των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και των εξομοιουμένων με αυτά ΤΕΙ, που, λόγω της διοικητικής αυτοτέλειας την οποία απολαμβάνουν και της αρρήκτως με αυτήν συνδεομένης επιλογής από αυτά του διδακτικού προσωπικού τους, βάσει ειδικού νομοθετικού καθεστώτος που τα διέπει, υπηρετούν ειδικούς τομείς της δημόσιας διοίκησης και ειδικότερα του τομέα της Ανώτατης Παιδείας, στον οποίο το υψηλής στάθμης προσωπικό, που απαιτείται για την επάνδρωση του μονίμου διδακτικού προσωπικού, που συνδέεται με αυτά με σχέση δημοσίου δικαίου, δεν νοείται να υποκατασταθεί από εκείνο που εκτάκτως απασχολείται ως ωρομίσθιο, πράγμα που θα συμβεί αν η ιδιωτικού δικαίου σχέση του τελευταίου, που είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου, γίνει σχέση αορίστου χρόνου που σε τίποτα δεν διαφέρει ουσιαστικά από εκείνην του μόνιμου προσωπικού, στην οποία εκ των πραγμάτων θα μετατραπεί με ουσιαστική κατάργηση της αυτοτελείας των Ιδρυμάτων στην επιλογή μόνιμου εκπαιδευτικού προσωπικού, του οποίου τα προσόντα αξιολογούνται αποκλειστικά και μόνον από τα Ιδρύματα αυτά. Τούτο προδήλως δεν ήθελε ο κανονιστικός νομοθέτης του Δ/τος 164/2004, ο οποίος, στο άρθρο 1, διέλαβε επακριβώς τον σκοπό του Δ/τος, όπως παραπάνω παρατίθεται, στον οποίο σε καμία περίπτωση δεν εμπίπτει η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου του ωρομισθίου προσωπικού των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, ούτε είχε υποχρέωση ο κανονιστικός νομοθέτης του Δ/τος να το πράξει σε εκτέλεση της κοινοτικής Οδηγίας.

Ενόψει των ανωτέρω όλο το ωρομίσθιο διδακτικό προσωπικό των Τ.Ε.Ι. δεν υπάγεται στην ρύθμιση του Π.Δ. 164/2004.

Όσον αφορά τα ΑΣΕΙ, κατά το άρθρ. 1 του ν. 3187/2003 αυτά είναι ισότιμα με τα Α.Ε.Ι., παρέχοντας ισότιμη εκπαίδευση και χορηγώντας ισότιμα πτυχία.

Περαιτέρω έχουν ως αποστολή, μεταξύ άλλων, να διοργανώνουν από κοινού με τα Πανεπιστήμια Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών.

Το άρθρο 7 προβλέπει τις κατηγορίες του διδακτικού προσωπικού, στην κατηγορία δε του εκπαιδευτικού προσωπικού με σύμβαση, περιλαμβάνει και τους ωρομίσθιους καθηγητές. Ακολούθως το άρθρο 31 (μεταβατικές διατάξεις), ενώ προβλέπει για την ένταξη σε μόνιμες θέσεις των διδασκόντων με σύμβαση ορισμένου χρόνου και μηνιαία αντιμισθία, ορίζει στην παρ. 16 αυτού ότι οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται στο διδακτικό προσωπικό με σύμβαση ορισμένου χρόνου και ωριαία αντιμισθία, το οποίο συνεχίζει να διέπεται από το καθεστώς που προσλήφθηκε και τα ΑΣΕΙ μπορούν να προσλαμβάνουν τέτοιο προσωπικό μέχρι 31.8.2005. Μετά την ημερομηνία αυτή, μπορεί να προσληφθεί έκτακτο προσωπικό με σύμβαση ορισμένου χρόνου σύμφωνα με το άρθρο 5 του Π.Δ. 407/1980 (άρθρο 24).

Σημειωτέον ότι το εν λόγω έκτακτο προσωπικό του Π.Δ. 407/80 των Α.Ε.Ι., η από 17.2.2005 εγκύκλιος του Υπουργείου Παιδείας το εξαιρεί του πεδίου εφαρμογής του Π.Δ. 164/04.

Εν όψει των ανωτέρω και για την ταυτότητα του λόγου γίνεται δεκτό ότι και όλο το ωρομίσθιο διδακτικό προσωπικό των ΑΣΕΙ δεν υπάγεται στη ρύθμιση του Π.Δ. 164/2004.

Κατά την άποψη του Συμβούλου …, με τα δεδομένα αυτά, προς τα οποία είναι σύμφωνος, το Π.Δ. 164/2004, στο άρθρο 11 του οποίου προβλέπεται η μετατροπή των συμβάσεων ή σχέσεων εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή συμβάσεων έργου που υποκρύπτουν σχέση εξηρτημένης εργασίας σε συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα εν γένει, δεν έχει εφαρμογή στο επί συμβάσει απασχολούμενο Διδακτικό Προσωπικό των Τ.Ε.Ι. όπως ανωτέρω οριοθετείται, διότι δεν υπάρχει ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση αναφερόμενη και στο προσωπικό αυτό ώστε να μπορεί να εφαρμοσθεί και σε αυτό το εν λόγω γενικής εφαρμογής διάταγμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, άλλωστε, είναι αναγκαία η ως άνω ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 και στο επί συμβάσει διδακτικό προσωπικό των Τ.Ε.Ι., διότι ρητώς ο περί αυτών οργανικός νόμος (άρθρ. 19 παρ. 11 εδαφ. β΄ ν. 1404/1983 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2916/2001) ορίζει ότι «η ενδεχομένη απασχόληση του προσωπικού του παρόντος άρθρου (ήτοι των επί συμβάσει ορισμένου χρόνου Επιστημονικών Συνεργατών, Εργαστηριακών Συνεργατών, Εκπαιδευτικών Ειδικών Μαθημάτων, Ειδικών Συνεργατών και Επισκεπτών Καθηγητών) σε καμία περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωμα μετατροπής της σύμβασης σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώματα, μη προβλεπόμενα από τον νόμο αυτόν, έναντι του Τ.Ε.Ι. ή του Δημοσίου». Επομένως η αντίθετη ρύθμιση, την οποία εισάγει το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 για να ισχύσει και στο επί συμβάσει εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου διδακτικό προσωπικό των Τ.Ε.Ι. και να κατισχύσει της ως άνω ρητής δια τυπικού νόμου θεσπιζομένης απαγορεύσεως έχρηζε ειδικής νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.

Τέλος υπάρχει και νομοθετικό προηγούμενο εξαιρέσεως του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού των Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. από παρόμοιο μέτρο μετατροπής συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ν. 2839/2000 άρθρ. 17 παρ. 10 εδαφ. ι΄, ν. 2266/1994 άρθρ. 10).

Τα μέλη όμως του Α.Σ.Ε.Π. … … …. εμειοψήφισαν, υποστηρίζοντας την παρακάτω άποψη:

Κατά την παρ. 1 περ. δ’ του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, με το οποίο ορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, «ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίού εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση». Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 του ανωτέρω Π.Δ., «οι διατάξεις αυτού του διατάγματος εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος …». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι οι εισαγόμενες με το ως άνω διάταγμα ρυθμίσεις αναφέρονται σε όλους τους εργαζομένους στον δημόσιο τομέα, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δηλαδή τόσο εκείνους που απασχολούνται κατά το προβλεπόμενο για τον κλάδο τους πλήρες νόμιμο ωράριο εργασίας όσο και εκείνους που απασχολούνται λιγότερες ώρες του νομίμου ωραρίου σύμφωνα με την σύμβαση και αμειβομένους, κατόπιν τούτου, αναλόγως. Μόνη εξαίρεση από την ανωτέρω ρύθμιση είναι αυτή που ορίζεται με την παρ. 2 του άρθρου 2 του ίδιου Π.Δ. Μεταξύ δε των συμβασιούχων μειωμένης απασχόλησης περιλαμβάνονται και εκείνοι οι οποίοι προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως ωρομίσθιοι, προκειμένου να παράσχουν τις υπηρεσίες τους κατά τις οριζόμενες με τις συμβάσεις (σε ετήσια ή μηνιαία βάση) ώρες εργασίας, οι οποίες κατανέμονται από τον εργοδότη σε εβδομαδιαία απασχόληση και οπωσδήποτε είναι λιγότερες από τις ώρες απασχόλησης του νομίμου ωραρίου των πλήρους απασχόλησης εργαζομένων του κλάδου τους, διότι η μόνη διαφορά μεταξύ των εργαζομένων αυτών και εκείνων που εργάζονται επίσης με μειωμένο ωράριο, χωρίς όμως να χαρακτηρίζονται ως ωρομίσθιοι, συνίσταται μόνο στον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής τους. Αν ο κανονιστικός νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει από τις ρυθμίσεις του προαναφερθέντος διατάγματος τους ωρομισθίους θα το όριζε ρητώς, αφού και αυτοί είναι μειωμένης απασχόλησης. Αλλά σε τούτο δεν προέβη, που σημαίνει ότι θέλησε να υπαγάγει στις ρυθμίσεις του διατάγματος και τους συμβασιούχους αυτούς. ¶λλωστε η εξαίρεση των εν λόγω συμβασιούχων από τις ανωτέρω ρυθμίσεις θα αποτελούσε άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των λοιπών συμβασιούχων μειωμένης απασχόλησης, αντικείμενη στις διατάξεις του συντάγματος περί ίσης μεταχείρισης, η οποία δεν δικαιολογείται εκ μόνου του λόγου του διαφορετικού τρόπου υπολογισμού της αμοιβής τους.

Κατόπιν τούτων είναι σαφές ότι στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 164/2004, εφόσον συντρέχουν οι τασσόμενες με αυτό προϋποθέσεις, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και του άρθρου 11, παρ. 2 περ. δ’ του ίδιου διατάγματος, υπάγονται όλοι οι απασχολούμενοι βάσει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας στον δημόσιο τομέα ως ωρομίσθιοι, εκτός από εκείνους που υπάγονται στις εξαιρέσεις της παρ. 2 του άρθρου 2 του εν λόγω διατάγματος. Μεταξύ δε των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα, είναι βεβαίως και εκείνοι που βάσει συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσφέρουν διδακτικό έργο ως ωρομίσθιοι στα Πανεπιστήμια και στα Τ.Ε.Ι. της χώρας και συνεπώς υπάγονται και αυτοί στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 164/2004. Η άποψη ότι το ανωτέρω προσωπικό εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω Π.Δ. διότι σε διαφορετική περίπτωση θα κλονιζόταν η αυτοτέλεια των πλήρως αυτοδιοικουμένων κατά το Σύνταγμα ανωτέρω πνευματικών ιδρυμάτων, είναι αβάσιμη, αφού η εν λόγω ρύθμιση δεν θεσπίζει κριτήρια προσλήψεων, αλλά απλώς αναφέρεται στους ήδη απασχολουμένους, προβαίνοντας στον ορθό κατά το νόμο χαρακτηρισμό της σχέσης βάσει της οποίας απασχολούνται. Με άλλα λόγια το Διάταγμα δεν υποχρεώνει τα ανωτέρω πνευματικά ιδρύματα να προβούν στην πρόσληψη κάποιου με σύμβαση αορίστου χρόνου, αλλά απλώς ορίζει ότι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου εκείνων που προσλήφθηκαν από αυτά ως διδακτικό ή διοικητικό προσωπικό, βάσει του διέποντος τη λειτουργία τους νόμου και του κανονισμού τους, στα πλαίσια πάντα της διοικητικής τους αυτοτέλειας, χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση της Πολιτείας στην πρόσληψή τους, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζει το ίδιο (διάταγμα), συνιστούν εφεξής συμβάσεις αορίστου χρόνου. Προβαίνει δηλαδή απλώς στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της υπάρχουσας εργασιακής σχέσεως χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση ή αλλαγή της σχέσεως αυτής και αυτό σαφώς δεν θίγει το αυτοδιοίκητο των ανωτάτων πνευματικών ιδρυμάτων, το οποίο (αυτοδιοίκητο) περιλαμβάνει κυρίως την εξουσίαν αυτών εκλογής διά των ιδίων τους οργάνων του διδακτικού (κυρίου και βοηθητικού) και του διοικητικού προσωπικού τους, αφού, όπως ελέχθη, το διάταγμα δεν αναφέρεται σε προσλήψεις και προσόντα προσλήψεων, αλλά στον χαρακτηρισμό της σχέσεως των ήδη εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο Τομέα. Είναι λοιπόν σαφές ότι τα ανώτατα πνευματικά ιδρύματα δεν εξαιρούνται από τις ρυθμίσεις του Π.Δ. 164/2004. Αν ο κανονιστικός νομοθέτης ήθελε τούτο θα το όριζε ρητώς όπως έπραξε με το Ν. 2190/2004 και το Ν. 2829/2000. Είχε δε την προς τούτο δυνατότητα βάσει της ρήτρας 5 της κοινοτικής οδηγίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Η Ολομέλεια αποφαίνεται κατά πλειοψηφία, ότι οι ωρομίσθιοι καθηγητές των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ) και των Ανωτάτων Στρατιωτικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΣΕΙ) δεν υπάγονται στην ρύθμιση του άρθρου 11 πρ. δ/τος 164/2004.

 

 

 

 



 

 

 

 

 

 

 Επιστροφή  Κορυφή σελίδας

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η με οποιονδήποτε τρόπο αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της εφημερίδας, χωρίς την γραπτή άδεια του εκδότη. Κάθε δημόσια αναφορά στο περιεχόμενο της συνεπάγεται και αναφορά του ονόματός της, όπως η δημοσιογραφική δεοντολογία επιτάσσει.

 

 

[Αρχική σελίδα]  [Αγορά Εργασίας]  [Επιχειρηματικότητα]  [Προσλήψεις στο Δημόσιο]  [Εκπαίδευση]  [Σεμινάρια]  [Νομοθεσία]  [Βιβλία]
Διεύθυνση: Λ. Ριανκούρ 73, 11524 Αθήνα, mail: info@proslipsis.gr
©  2004-2020  proslipsis.gr, All rights reserved