ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER ΤΗΣ PROSLIPSIS.GR
Μάθετε πρώτοι τα νέα ...

  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
 

 
Βάλτε Αγγελία      Δείτε Αγγελίες      Newsletters       
  Επικοινωνία     
 
 
 
 
 
 
 
 

 
  Οργάνωση - Διοίκηση Επιστροφή    
Ο Αντιπρόεδρος της ΑΔΕΔΥ για μονιμότητα και Συνταγματική αναθεώρηση (11/5/06)

ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΩΣΤΑΣ
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Α.Δ.Ε.Δ.Υ.


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 11.5.2006


«Δημόσια Διοίκηση –
Μονιμότητα και Συνταγματική Αναθεώρηση»

Η κοινωνία και οι εργαζόμενοι στο δημόσιο «τροφοδοτούνται» καθημερινά από τις κυβερνητικές ανακοινώσεις για την «επανίδρυση του κράτους» και την αλλαγή στην κρατική μηχανή.

Όμως η κατάσταση στη δημόσια διοίκηση όχι μόνο δεν βελτιώνεται αλλά διαρκώς χειροτερεύει.

Η γραφειοκρατία, η πολυνομία, η αναξιοκρατία, ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας λειτουργίας του κράτους, η έλλειψη σύγχρονων υποδομών και νέων τεχνολογιών, οι χαμηλές αμοιβές, η ανύπαρκτη επιμόρφωση και ειδικότερα η παθογένεια του πολιτικού συστήματος που θέλει τη δημόσια διοίκηση λάφυρο των νικητών στις βουλευτικές εκλογές εξακολουθούν να παραμένουν οι μεγάλες πληγές της.

Η πολιτική ομηρία, η εκμετάλλευση και το εμπόριο ελπίδας για μία θέση στο δημόσιο σε συνδυασμό με την αφερεγγυότητα του συστήματος πρόσληψης, προαγωγής και εξέλιξης πολλαπλασιάζουν τα προβλήματα.

Η εξαγγελία για αναμόρφωση του Υπαλληλικού Κώδικα και η κατεύθυνση για αντικειμενικοποίηση των υπηρεσιακών μεταβολών προσκρούει και ακυρώνεται στη διατήρηση των αυθαίρετων υπηρεσιακών επιλογών που έγιναν με «συνοπτικές διαδικασίες» και εξυπηρετούσαν κομματικές ανάγκες και μέσα σε όλα αυτά όταν επιζητείται ο ρόλος του κράτους που επιφέρει η παγκοσμιοποίηση, η απελευθέρωση της αγοράς και ο ανταγωνισμός, η κυβέρνηση συζητά στην συνταγματική αναθεώρηση και έμμεση άρση της μονιμότητας των Δ.Υ.

Αντί της ενίσχυσης της λειτουργικής αυτοτέλειας συζητά την βαθύτερη υποταγή στις κομματικο-πελατειακές σχέσεις που θα προκύψει από την εργασιακή ανασφάλεια.

Η σχεδιαζόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος δεν γίνεται όμως όπως πάρα πολλοί έχουν υποστηρίξει για επικοινωνιακούς λόγους.

Είναι βαθύτατη ιδεολογική και πολιτική επιλογή που στοχεύει να θωρακίσει με συνταγματικές διατάξεις τις απαιτήσεις της αγοράς και του νεοφιλελευθερισμού.

Γι’ αυτό και τα θέματα που προτάσσει έχουν σχέση με τα κοινωνικά δικαιώματα και πως θα περιοριστούν, με η δημοσιονομική πειθαρχία και τη συρρίκνωση του Δημόσιου Τομέα.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η πρόταση «της δυνατότητας κάλυψης οργανικών θέσεων του Δημόσιου και του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, μέσω του ΑΣΕΠ, από υπαλλήλους που συνάπτουν συμβάσεις αορίστου χρόνου και όχι μόνον από μόνιμους Δημοσίους Υπαλλήλους» έμμεση δηλαδή άρση της μονιμότητας με σοβαρές προοπτικά επιπτώσεις, όχι μόνο στις εργασιακές σχέσεις, αλλά και στο σύνολο του κοινωνικού ασφαλιστικού συστήματος των Δημοσίων Υπαλλήλων.

Οι εμπνευστές της εισαγωγής μιας τέτοιας ρύθμισης στην επόμενη αναθεωρητική Βουλή υποστηρίζουν ότι αυτή η μεταβολή θα λύσει προβλήματα της δημόσιας διοίκησης και θα συμβάλει στην αύξηση της αποτελεσματικότητάς της. Επικαλούνται μάλιστα και την αρχή της ισότητας ανάμεσα στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα.

Όμως ο πυρήνας αυτής της στρατηγικής δεν έχει στόχο την ενίσχυση του δημόσιου τομέα και την ποιοτική του αναβάθμιση. Το ακριβώς αντίθετο.

Το «νέο Ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο» που προωθείται στην Ευρώπη και στην Ελλάδα από το 1990 και μετά, θέτει ξεκάθαρα την κοινωνική πολιτική στις υπηρεσίες των ιδιωτικών επιχειρήσεων και επιδιώκει μέσω των ιδιωτικοποιήσεων του δημόσιου τομέα τη μεταφορά αρμοδιοτήτων στον ιδιωτικό τομέα.

Η Λευκή Βίβλος, η συνθήκη του Άμστερνταμ, ο χάρτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η στρατηγική της Λισσαβώνας οδηγούν διαρκώς την Ευρώπη σε μια νέα οικονομία και κοινωνία όπου θα κυριαρχεί η μερική απασχόληση, η ευελιξία στην αγορά εργασίας, το κέρδος μέσα από ένα σκληρό – τυφλό ανταγωνισμό χωρίς όρια.

Το Ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος υποχωρεί, το δημόσιο περιορίζεται, οι συλλογικές δράσεις εξουδετερώνονται και οι υπερεθνικές δομές κυριαρχούν.

Στόχος οι ιδιωτικοποιήσεις, η πλήρη απελευθέρωση της αγοράς, η κατάργηση κάθε ατομικού δικαιώματος και κοινωνικής κατάκτησης, η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας και η υποταγή όλων στο όνομα της ανταγωνιστικότητας.

Η Ευρωπαϊκή νομοθεσία εμπλουτίζεται με ζητήματα που ωφελούν τις επιχειρήσεις και τους εργοδότες (π.χ. ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων, υπηρεσιών, οδηγία bolkestein κ.λ.π.) άρα κάθε θεσμός στις εργασιακές σχέσεις σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα που δεν συμβάλει στην ανάπτυξη αυτής της νεοφιλελεύθερης πολιτικής πρέπει να αλλάζει, να παραμερισθεί με θεσμούς που θα προωθούν την απασχολησιμότητα και την ελαστικότητα.

Ο θεσμός λοιπόν της μονιμότητας και η πλήρης απασχόληση των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να αντικατασταθούν με το θεσμό των αορίστου ή ορισμένου χρόνου στις εργασιακές σχέσεις, όπως και στον ιδιωτικό τομέα.

Τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου, που προκύπτουν μέσα από τις συνταγματικές εγγυήσεις της σταθερής εργασίας και που επιτρέπουν στο δημόσιο υπάλληλο να εκφράζει στη δουλειά του, χωρίς την κυβερνητική ή κομματική παρέμβαση τις αρχές της νομιμότητας, της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας δεν πρέπει να προωθούνται.

Αντίθετα πρέπει να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της αγοράς και των ιδιωτικών συμφερόντων. Ο στόχος, λιγότερο κράτος με εργασιακές σχέσεις ίδιες με τον ιδιωτικό τομέα, ανεξαρτήτως των κοινωνικών επιπτώσεων, διαπερνά το φάσμα των σημερινών πολιτικών κατευθύνσεων και προβληματισμών.

Βεβαίως και υπάρχουν προβλήματα στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, βεβαίως και υπάρχει κρίση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και τις υπηρεσίες του κράτους, βεβαίως και υπάρχουν ορισμένα φαινόμενα διαφθοράς και παθητικότητας, αυτό δεν σημαίνει όμως κατάργηση του θεσμού, αλλού είναι το πρόβλημα.

Το πρόβλημα της αποτελεσματικότητας είναι αρκετά σύνθετο, πολύπλοκο με αρκετές διαστάσεις και ο αφορισμός και η γενίκευση που επιχειρείται αδικεί κατάφωρα τους Δ.Υ. που εργάζονται σε ένα υποβαθμισμένο, έντονα γραφειοκρατικό, αναξιοκρατικό περιβάλλον.

Έχει δυστυχώς αναπτυχθεί ένας ιδιότυπος κοινωνικός ρατσισμός που διαμορφώνει ευνοϊκούς όρους για την αποδοχή από την κοινωνία και των πλέον ακραίων και αντιδραστικών πολιτικών επιλογών.

Σε μία εποχή που έντονα αναζητείται η σχέση κράτους, οικονομίας, κοινωνίας και η ισορροπία ανάμεσα στην πολιτική και τις κοινωνικές σχέσεις, οι υπερβολές που εξυπηρετούν σκοπιμότητα, θα αποσταθεροποιήσουν τελικά το σύνολο της κοινωνίας.

Τα κεντρικά ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν είναι:

Αν στην Ελλάδα σήμερα η δημόσια διοίκηση είναι λειτουργικά ανεξάρτητη.

Αν δέχεται ή όχι την παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας.

Αν θεωρείται ή όχι βασικός συντελεστής οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Αν είναι κατοχυρωμένη συνταγματικά η διακριτότητα των ρόλων ανάμεσα στην υπάλληλο καριέρας και τον πολιτικό προϊστάμενο.

Αν μπορεί και πως ο εργαζόμενος να προστατεύσει τη δημόσια διοίκηση, την κοινωνία και τη χώρα από τις αυθαιρεσίες και τη διαπλοκή με τα ιδιωτικά συμφέροντα χωρίς να κινδυνεύει η εργασία του.

Ποια θωράκιση και ασφάλεια παρέχουν οι νόμοι και το σύνταγμα σε μια τέτοια περίπτωση.

Αν τελικά θα «μονιμοποιηθούν» οι πελατειακές σχέσεις με την άρση της μονιμότητας των Δ.Υ..

Ήταν ακριβώς τα ίδια ερωτήματα συζητούσε η Β΄ αναθεωρητική Βουλή όταν ψήφιζε τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων στις 18 Μαίου του 1911 και ο Ελευθέριος Βενιζέλος έδινε ληξιαρχική πράξη θανάτου στη φαυλοκρατία της εποχής εκείνης. Ήταν η απάντηση ποιος θεσμός μπορεί να κατοχυρώσει με αυξημένη τυπική ισχύ τη μονιμότητα γιατί υπήρχε μειωμένη εμπιστοσύνη στον κοινό νομοθέτη.

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι από το 1911 μέχρι το 1974, η μονιμότητα ανεστάλη πάνω από 10 φορές χωρίς να υπολογιστούν τα διάφορα νομοθετήματα με τα οποία απολύθηκαν δημόσιοι υπάλληλοι με το πρόσχημα του εκσυγχρονισμού και της εξυγίανσης των δημοσίων υπηρεσιών. Δεν είχε προλάβει να στεγνώσει το μελάνι της συνταγματικής αναθεώρησης όταν αρχίζει η περίοδος των πολιτικών διώξεων, των ιδεολογικών – πολιτικών αποκλεισμών και η πρώτη αναστολή ήρθε από τους ίδιους τους εμπνευστές της συνταγματικής κατοχύρωσης στις 20-6-1917.

Διαχρονικά όλες οι αναστολές που ακολούθησαν ήταν συνδεδεμένες με τα σκαμπανεβάσματα της πολιτικής ζωής του τόπου π.χ. 1920, 1923, 1925, 1926, 1935, 1946, 1947-49 και 1967 επί χούντας.

Μετά τη μεταπολίτευση και το Σύνταγμα του 1975 ενώ διανύαμε μία περίοδο πολιτικής σταθερότητας άνοιξε η αυλαία των πελατειακών σχέσεων με συμπεριφορές που έφθειραν το θεσμό στη συνείδηση του μέσου πολίτη.

Η τακτοποίηση – εξυπηρέτηση των πολιτικών φίλων και οι ρουσφετολογικές προσλήψεις κατ’ εξακολούθηση γελοιοποίησαν τη μονιμότητα. Είναι γνωστός ο τρόπος εισόδου και η μονιμοποίηση στη Δ.Δ. Σήμερα το ½ των εν ενεργεία Δ.Υ. προσλήφθηκαν με σύμβαση έργου ή σύμβαση ορισμένου χρόνου, στη συνέχεια μετατράπηκε η σύμβασή τους σε αορίστου χρόνου και τέλος το κοινωνικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε λύθηκε με τη μονιμοποίηση.

Ο Ν.2190/93 ήταν μία σοβαρή προσπάθεια ανατροπής αυτής της κατάστασης και ανάλογη διάταξη τέθηκε στο αναθεωρηθέν σύνταγμα του 2001, που όμως και αυτή παραβιάστηκε.

Σειρά νομοθετημάτων το 2003, 2004, 2005 που εισάγουν το θεσμό της μερικής απασχόλησης στο δημόσιο που μετατρέπουν τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε αορίστου, που θεσπίζουν τις διαδικασίες συνέντευξης για προσλήψεις με μόρια, που αλλάζουν τις εργασιακές σχέσεις στον ευρύτερο δημόσιο τομέα για τους νεοπροσλαμβανόμενους, με διευθυντικό δικαίωμα ως προς την απόλυση, Ν.3429/2005 κ.λ.π. διευκολύνουν και προλειαίνουν το έδαφος για την αποδοχή της συνταγματικής ρύθμισης.

Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι η συνταγματική αναθεώρηση θα αποφασιστεί κατ’ αρχήν από τη σημερινή προαναθεωρητική Βουλή ως προς τις αναθεωρητέες διατάξεις με 180 ή 151 Βουλευτές και από την επόμενη Βουλή που είναι αναθεωρητική με αντίστροφες πλειοψηφίες δηλαδή 151 ή 180 για κάθε διάταξη.

Η πρώτη Βουλή ορίζει μόνο ποιες διατάξεις πρέπει να αναθεωρηθούν. Η επόμενη αποφασίζει για το περιεχόμενό τους, χωρίς καμμία κατεύθυνση από την προηγούμενη και χωρίς το περιεχόμενο των νέων διατάξεων να έχει αποτελέσει αντικείμενο της εκλογικής αναμέτρησης.

Η ουσιαστική λοιπόν λαϊκή συμμετοχή, έστω έμμεση, είναι απούσα, το δημοκρατικό έλλειμμα βαθύτατο, και ο κίνδυνος υπερψήφισης από την αναθεωρητική με 151 Βουλευτές, αν η σημερινή Βουλή ψηφίσει με 181 Βουλευτές υπαρκτός.

Η κάλυψη αυτού του ελλείμματος απαιτεί την πλήρη, δημόσια, σαφή τοποθέτηση των κομμάτων κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου όχι μόνο ως προς τις αναθεωρητέες διατάξεις αλλά και ως προς το περιεχόμενό τους. Απαιτεί εκλογική δέσμευση.

Παράλληλα απαιτείται συνδικαλιστική αγωνιστική παρέμβαση και πολύπλευρη ανάδειξη αυτών των διαδικασιών και όλων των πολιτικών.

Αν δεχθούμε ότι η αναθεώρηση είναι ζήτημα βαθύτατα πολιτικό και ότι οι μεταβολές του συντάγματος δεν γίνονται άκριτα και βεβιασμένα που τραυματίζουν το κύρος και τη λειτουργία του τότε πέραν της κριτικής στάσης για μια σειρά θέματα δίνεται η ευκαιρία ανάδειξης τολμηρών αναθεωρητικών προτάσεων.

Η σύσταση και λειτουργία ΑΕΙ μη κρατικού και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ή δυνατότητα ίδρυσης και λειτουργίας παραρτημάτων ή τμημάτων κρατικών Πανεπιστημίων ή άλλων αναγνωρισμένων ιδρυμάτων της αλλοδαπής επιδέχεται κριτική.

Είναι άλλο θέμα η αντιμετώπιση της φοιτητικής μετανάστευσης και της παραπαιδείας στην Ελλάδα, που μπορεί να γίνει μέσα από την ουσιαστική αναβάθμιση των δημόσιων ΑΕΙ και του εκπαιδευτικού συστήματος συνολικά σε όλες τις βαθμίδες του, και άλλο θέμα να επιζητείται η άρση των συνταγματικών φραγμών για να μετατραπούν τα λειτουργούντα – είτε αυτοτελώς είτε ως παραρτήματα – ιδιωτικά ΙΕΚ σε ψευδεπίγραφα Πανεπιστήμια.

Από τις προτάσεις της Κυβέρνησης που αφορούν την τροποποίηση σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, την καθιέρωση Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, τον τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων, τον τρόπο ελέγχου της διαφάνειας των οικονομικών των κομμάτων και των υποψηφίων, τον έλεγχο του «πόθεν έσχες» των Βουλευτών και τη διαφάνεια των προεκλογικών δαπανών, τη χρηματοδότηση των μαζικών μέσων ενημέρωσης, τον έλεγχο των συμβάσεων του δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα, κ.λ.π., απουσιάζουν προτάσεις, όπως ο χωρισμός Εκκλησία – κράτους, ενίσχυση των συμμετοχικών θεσμών άμεσης δημοκρατίας, αναβάθμιση της αξιοπιστίας και της οικονομικής αυτοδυναμίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, θεσμοί κοινωνικής προστασίας κ.λ.π., ώστε να ξεφύγουμε από τις μικρότερης σημασίας διευθετήσεις, να αποτολμήσουμε τομές και ρήξεις ενεργοποιώντας τα αντανακλαστικά και τις αντιστάσεις της κοινωνίας και της δημοκρατίας.

Η προετοιμασία λοιπόν πρέπει να βασιστεί σε δυναμικές, καινοτόμες ιδέες που θα λαμβάνουν σταθερά υπόψη τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών, θα υπερβαίνουν τις μικροκομματικές λογικές και τους λαϊκισμούς.

Το περιεχόμενο του συντάγματος δεν μπορεί να προσδιοριστεί από τις σκοπιμότητες του κομματικού παιχνιδιού γιατί τότε άλλη μία ευκαιρία θα πάει χαμένη και για τη χώρα και για την κοινωνία και για τη δημόσια διοίκηση.

Αθήνα 13.4.2006

 

 

 

 

 

 

 



 

 

 

 

 

 

 Επιστροφή  Κορυφή σελίδας

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η με οποιονδήποτε τρόπο αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του περιεχομένου της εφημερίδας, χωρίς την γραπτή άδεια του εκδότη. Κάθε δημόσια αναφορά στο περιεχόμενο της συνεπάγεται και αναφορά του ονόματός της, όπως η δημοσιογραφική δεοντολογία επιτάσσει.

 

 

[Αρχική σελίδα]  [Αγορά Εργασίας]  [Επιχειρηματικότητα]  [Προσλήψεις στο Δημόσιο]  [Εκπαίδευση]  [Σεμινάρια]  [Νομοθεσία]  [Βιβλία]
Διεύθυνση: Λ. Ριανκούρ 73, 11524 Αθήνα, email: info@proslipsis.gr , Τηλ: 6949244434
©  2004-2021  proslipsis.gr, All rights reserved