Proslipsis.gr | Αθήνα 19.04.2026, 19:38
Του ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ένας Έλληνας βουλευτής, ο Δ. Μαρκόπουλος, δεν επιθυμούσε να δηλώσει τις σπουδές του και βγαίνει ξαφνικά ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα και τις αποκαλύπτει δημοσίως. Τι ακριβώς έχουμε εδώ;
1. Πολιτική αξιοπιστία και συνέπεια. Το βασικό ζήτημα είναι ότι το βιογραφικό του βουλευτή εμφανίζεται ελλιπές, με τρόπο που δημιουργεί ασαφή εικόνα για το μορφωτικό του επίπεδο. Ακόμη και αν δεν υπήρξε ψευδής δήλωση, η παράλειψη πλήττει την αξιοπιστία.
2. Διαχείριση δημόσιας εικόνας (spin). Η μη δήλωση των σπουδών, και η εκ των υστέρων αναφορά τους, δημιουργεί την εντύπωση αντίδρασης υπό πίεση και όχι εθελοντικής διαφάνειας. Αυτό έχει πολιτικό βάρος, καθώς δείχνει επικοινωνιακή διαχείριση αντί για καθαρή στάση.
3. Ουσιαστικό έναντι τυπικού προσόντος. Ένα πτυχίο στον ελληνικό πολιτισμό είναι απολύτως νόμιμο και ακαδημαϊκά έγκυρο. Το ζήτημα δεν αφορά την αξία του τίτλου, αλλά το γιατί δεν παρουσιαζόταν εξαρχής. Το ότι ο βουλευτής το πήρε στα 37 χρόνια του, δεν είναι ενοχοποιητικός λόγος από μόνος του.
4. Ενδεχόμενη παραπλάνηση (χωρίς ρητό ψέμα). Αν το κοινό είχε σχηματίσει διαφορετική εικόνα λόγω της παράλειψης, τότε μπορεί να γίνει λόγος για πολιτική παραπλάνηση, ακόμη και χωρίς ευθεία ανακρίβεια.
5. Νομική διάσταση (περιορισμένη για τον βουλευτή). Εφόσον δεν υπάρχει ψευδής δήλωση σε επίσημα έγγραφα, δύσκολα στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα. Το βαρύτερο νομικά ζήτημα φαίνεται να αφορά τη διαρροή των δεδομένων — όχι τον ίδιο.
6. Θεσμικό ζήτημα ευρύτερα. Η υπόθεση ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση: πρέπει τα βιογραφικά των πολιτικών να είναι πλήρη, τυποποιημένα και ελεγχόμενα; Οι «γκρίζες ζώνες» υπονομεύουν την εμπιστοσύνη.
Ο ρόλος του ΕΑΠ Το σημαντικότερο ζήτημα δεν είναι τελικά το πτυχίο ούτε η καθυστερημένη δήλωσή του, αλλά το πώς και γιατί δημοσιοποιήθηκαν τα στοιχεία.
Αν το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο προχώρησε σε αποκάλυψη χωρίς συναίνεση, τότε τίθεται ευθέως θέμα παραβίασης προσωπικών δεδομένων, με βάση το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο. Το ίδρυμα ενδέχεται να αντιμετωπίσει διοικητικές κυρώσεις από την αρμόδια Αρχή Προστασίας Δεδομένων, καθώς και υποχρέωση λογοδοσίας για τις πρακτικές του.
Αν όμως -και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον σενάριο- ενήργησε κατόπιν προτροπής και με τη συναίνεση του ίδιου του βουλευτή, τότε η υπόθεση αλλάζει χαρακτήρα, αλλά δεν καθίσταται λιγότερο προβληματική. Αντιθέτως, μετατοπίζεται από το πεδίο της νομιμότητας στο πεδίο της θεσμικής τάξης.
Διότι σε αυτή την περίπτωση, το ερώτημα δεν είναι αν υπήρχε άδεια, αλλά αν ένα δημόσιο πανεπιστήμιο οφείλει να παρεμβαίνει σε πολιτικές αντιπαραθέσεις, μπορεί να λειτουργεί ως μέσο αποκατάστασης της δημόσιας εικόνας ενός πολιτικού και αν τηρεί την αρχή της ουδετερότητας και της ίσης μεταχείρισης.
Ακόμη και μια τυπικά νόμιμη πράξη μπορεί να είναι διοικητικά αδόκιμη, όταν υπερβαίνει τον θεσμικό ρόλο του φορέα. Ένα πανεπιστήμιο δεν είναι γραφείο Τύπου, ούτε μηχανισμός επιβεβαίωσης βιογραφικών στοιχείων υπό πολιτική πίεση.
Συμπέρασμα Το ζήτημα δεν αφορά μόνο έναν πολιτικό και την πληρότητα του βιογραφικού του. Αφορά και το αν ένας δημόσιος θεσμός λειτούργησε πέρα από τα όρια της αποστολής του - είτε μέσω διαρροής είτε μέσω «εξυπηρέτησης».
Στην πρώτη περίπτωση τίθεται θέμα νομιμότητας. Στη δεύτερη, θέμα θεσμικής εκτροπής. Και στις δύο, το πρόβλημα δεν είναι απλώς επικοινωνιακό. Είναι βαθιά θεσμικό.
|